www.veggos.gr
Αφιέρωμα στον Θανάση Βέγγο
  Θανάσης Βέγγος 1927-2011 Ελληνας Ηθοποιός
Αρχική Κινηματογράφος Βιντεοταινίες Τηλεταινίες Ντοκιμαντέρ Θέατρο Τηλεοπτικά Αφιερώματα Διαφημίσεις FORUM

 

3. Ο Δράκος

Είδος: Κοινωνική
Παραγωγής: 1955
Διάρκεια: 95'
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Ελληνικα

Ένας ανώνυμος υπάλληλος που μοιάζει μ' έναν τρομερό κακοποιό, αντιμετωπίζει την καχυποψία, αισθάνεται κυνηγημένος, αλλά γίνεται αποδεκτός, ως γνήσιος Δράκος από τους άλλους κακοποιούς και βαθμιαία ταυτίζεται με αυτόν τον ρόλο. Από ασήμαντος ανθρωπάκος στο χάος της ταλαιπωρημένης Ελλάδας, μεταμορφώνεται σε μια τιμώμενη προσωπικότητα που κερδίζει αναγνώριση και αγάπη. Μέσα στη διφορούμενη γοητεία της νύχτας, η πλαστή ζωή μοιάζει όλο και περισσότερο αληθινή και η παγίδα στην οποία έχει πιαστεί ο ήρωας διακρίνεται όλο και λιγότερο.

Ψευδονουάρ, νεορεαλιστικό θρίλερ, κινηματογραφημένο βογκητό μιας κοινωνίας που αναζητάει νέα είδωλα για να προσκυνήσει. Καρικατούρες ανθρώπων που η φτώχεια και ο θεός Μολώχ τις κάνει να πλέουν ακυβέρνητες στο σκοτάδι, με δεμένα μάτια, αναζητώντας το φως, την ευτυχία, το πρόσκαιρο της αρπαχτής, την μία και μοναδική ευκαιρία για τη θέωση και την ανύψωση πάνω από τα συντρίμμια της μοναξιάς και της δυστυχίας. Φιγούρες σοβαρές, αποφασισμένες, παίζοντας στα ζάρια της ζωή τους μπροστά στο καφκικό παράλογο της ζωής. Το ρίσκο του γελοίου απέναντι στο αμετάτρεπτο του θανάτου. Αβοήθητοι άνθρωποι που μέσα σε ένα βράδυ ενηλικιώνονται και θέλουν να ονειρεύονται όπως οι ήρωες. Γι' αυτό και οι πολεμικές (σπαρτιατικές) προετοιμασίες λίγο πριν την μεγάλη μάχη της ζωής με τις γυναίκες να τους αποχαιρετούν κι αυτούς να αντλούν δύναμη από την μοναξιά τους.

Αξέχαστη ταινία, αξέχαστος Ηλιόπουλος, εύθρυπτος και τρυφερός όσο κανένας ήρωας του Καμύ, προλαβαίνοντας τουλάχιστον να αγαπηθεί στον πιο σπουδαίο ρόλο της καριέρας του, αξέχαστη η μουσική του Χατζιδάκι κι ο χορός, βγαλμένος μέσα από αρχαία τραγωδία.

Βραβεύτηκε, στο 1ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ως μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της περιόδου 1955 - 1959.

Σκηνοθέτης
Νίκος Κούνδουρος
Σενάριο
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Παίζουν
Ντίνος Ηλιόπουλος, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Γιάννης Αργύρης, Θανάσης Βέγγος, Μαρίκα Λεκάκη, Ανέστης Βλάχος, Θεόδωρος Ανδρικόπουλος, Φρίξος Νάσου, Ανδρέας Ντούζος, Ζαννίνο, Κώστας Σταυρινουδάκης, Ζιζή Βιοπούλου
Πρώτη προβολή
5.3.1956

Παραγωγή

Αθηναική Κινηματογραφική Εταιρεία

Μουσική

Μάνος Χατζιδάκις

Ερχεται ο Κούνδουρος στο Φινέικο με τον «Δράκο» του υπό μάλης, έτοιμος για χαρακίρι. Είχε «ντουμπλάρει» την πρόζα του και, καθώς οι «συγχρονισμοί» είχαν γίνει (πού αλλού;) στο αρνητικό, γέμισε το αρνητικό κολλήσεις και κάθε κόλληση ήταν και ένα «γκουπ». Μιλάμε για χιλιάδες κολλήσεις και χιλιάδες «γκουπ».

Ο Φίνος τον έστειλε φυσικά σε εμένα και εγώ έκρινα πως η μόνη λύση ήταν να «μεταφέρουμε» την πρόζα σε μαγνητικό υλικό (μόλις τότε είχαμε πρωτοπεράσει στον μαγνητικό ήχο) και εκεί επάνω να μπει το νυστέρι: να αντικατασταθούν τα χιλιάδες «γκουπ» με χιλιάδες κομματάκια μαγνητικού υλικού, με μοναδικό ήχο έναν όμοιο «χώρο». Αυτό βέβαια σήμαινε κάποιες χιλιάδες κολλήσεις και, όταν εγώ αρνήθηκα να κάνω το σχετικό χαμαλίκι, βρέθηκε άλλο «θύμα»: ο Θανάσης Βέγγος. Ο Βέγγος ήταν τότε ο «απόλας» του Κούνδουρου. Λίγο ηθοποιός (και τι καλός, Θεέ μου, και ας μην το ήξερε ακόμη), λίγο γενικών καθηκόντων, λίγο απ' όλα. Το μεροκάματο να βγαίνει.

Τον δασκάλεψα καταλλήλως: Πώς να εντοπίζει το «γκουπ», να το κόβει, να μετράει ακριβώς ίδιο κομμάτι «χώρο» και να το κολλάει μπρος-πίσω. Χιλιάδες κοψίματα, χιλιάδες μετρήματα, χιλιάδες κολλήσεις. Ο Βέγγος ξεκίνησε με ενθουσιασμό και σε κάποιο 20ωρο τελείωσε. Περάσαμε την ταινία να τη δούμε (και να την ακούσουμε) και... ω του θαύματος! Εφυγαν τα χιλιάδες «γκουπ» και στη θέση τους μπήκαν χιλιάδες «ρουφήγματα». Κάθε πρώην «γκουπ» και «ρούφηγμα».

Τι είχε συμβεί; Ο Βέγγος είχε κάνει το μοιραίο λάθος: Αντί να χρησιμοποιήσει το μαγνητικό υλικό με τον «χώρο», χρησιμοποίησε ένα άλλο ρολό με «σιωπή» (απόλυτο κενό ήχου, εξ ου και τα «ρουφήγματα»). Γελάσαμε με την ψυχή μας, αλλά η δουλειά έπρεπε να ξαναγίνει από την αρχή.

Ξαναστρώθηκε λοιπόν ο δύστυχος και ματαξανάρχισε από την αρχή. Και κάθε κόψιμο, κάθε μέτρημα, κάθε κόλληση τη συνόδευε με ένα ρυθμικό: «Τι μ' έ-βαλαν-να κά-νω, τι μ' έ-βαλαν-να κά-νω...». Χιλιάδες φορές.

Ι. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ - ΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ (Το ΒΗΜΑ, 17/09/2000 , Σελ.: Z12)